Οκτωβρίου 20, 2009

One in Ten

Γράφει ο φίλος (υποθέτω, γιατί δεν γνωριζόμαστε) Γ.Π. σε ένα από τα καταπληκτικά emails που λαμβάνω τον τελευταίο καιρό: «Πού θέλω να καταλήξω Περικλή; Ότι μήπως τελικά τα βλέπεις λίγο απαισιόδοξα τα πράγματα; Αν μη τι άλλο το τελευταίο διάστημα βλέπουμε αρκετές καλές δουλειές στον αέρα».

Θα συμφωνήσω φίλε μου. Γιατί να μη συμφωνήσω; Σάμπως δεν βλέπω καλές δουλειές; Και καλοστημένες είναι κάποιες και με τα business plans τους και με τα αγγλικά τους και με τα όλα τους. Έλα μου όμως που για κάθε μία από αυτές, «ψήνονται» άλλες 9 -μην πω και περισσότερες- που δεν έχουν αρχή και τέλος. Για να ρίξω φως στο μυστήριο, θα αναφέρω ενδεικτικά τις βασικές κατηγορίες αυτών.

Sites «Ότι να ναι». Κυριολεκτικά όμως. Βάλε και λίγο media, βάλε και λίγο social, βάλε και ένα link για σχόλια και βάλ ’τα να πάνε πήγανε που λένε και οι τζογαδόροι. Functionality και άλλα τέτοια κακόηχα, επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια των εκάστοτε developers. Μοναδική απαίτηση η είσοδος στα media plans των μεγάλων media shops. Συνέχεια →

Σεπτεμβρίου 30, 2009

Λαγός τη φτέρη τίναζε…. (ένα μικρό ιντερλούδιο για όψιμους κατακτητές των social media )

Αυτή τη φορά θα πρωτοτυπήσω. Παρότι άλλο κείμενο είχα έτοιμο και άλλο θα βγει στο MarketingWeek, οι εξελίξεις με ξεπέρασαν και θα κάνω προδημοσίευση. Αλλά φταίω? Πείτε μου αδέρφια. Φταίω?

Ειλικρινά αν υπάρχει έστω και ένας αναγνώστης της στήλης που ψάχνει να βρει το νόημα του σημερινού τίτλου, προτίθεμαι να μετακομίσω στην Αιτή να μαζεύω αμοιβάδες και να δοκιμάζω νέες παραλλαγές –ελαφρώς πιο επώδυνες- στις παραδοσιακές μεθόδους δερματοστιξίας των Αιτινών. Και αναρωτιέμαι ο ερίφης. Είναι δυνατόν; Χάθηκε ο κόσμος για ένα display advertising; Για τίποτα expand με ολίγο από web over και τίπτις καλομαγειρεμένα advergames να έχουμε και engaged χρήστες; Έπρεπε να κάνουμε κόλπα social και να έχουμε αλλόφρονες twitters;

Και όχι τίποτα άλλο, αλλά μας πιάνει το παράπονο. Διότι –θα συμφωνήσουμε εκ των προτέρων μαζί σας- Την επικοινωνία του ο καθένας ότι θέλει την κάνει. Δική του είναι και λογαριασμός δεν μας πέφτει – το πολύ πολύ να κόψουμε κανά τιμολόγιο και να περιμένουμε πότε θα παγώσει η κόλαση για να το πληρωθούμε. Αλλά ξέρετε καλοί μου κύριοι, επειδή το μέσο τυγχάνει ελαφρώς –γκουχ γκουχ- καινούριο και επειδή δεν φημιζόμαστε και για το πλούσιο content μας και επειδή ως λαός το έχουμε το σιχτίρι σχετικά εύκολο και επειδή οι 140 χαρακτήρες μπορεί να μην είναι εύκολοι για marketing αλλά για ευφυή μπινελίκια φτάνουν και περισσεύουν και επειδή και επειδή μπορεί να γράφω «επειδή» μέχρι να το κάψω το ρημάδι το pc, επαναλαμβάνω. Τι το θέλατε το social πως το λένε; Συνέχεια →

Σεπτεμβρίου 13, 2009

Click to Plow…

Τώρα που τα είπα και ξεθύμανα –όσο μπορώ- για το Μαρινάκι και τα ωραία του, επανέρχομαι στο αρχικό μου θέμα που ήταν το reinvention του online community από τους Έλληνες χρήστες και το ξέσπασμα του Facebook. Θα τα πιάσω όμως τα πράγματα από την αρχή για να μη το χάσω πάλι καθώς ο δρόμος είναι δύσβατος και γεμάτος κακοτοπιές. Εν αρχή λοιπόν είναι το Farmville. Πάνω που είχα ξεχάσει το FB και τις χαριτωμενιές του, δέχτηκα εξ οικείων τα βέλη. Μέσα στο ίδιο μου το σπίτι τρύπωσαν τα ζιζάνια του Social Networking με τη μορφή online φάρμας. Ούτε τον Ian Anderson (των Jethro Tull παρακαλώ για να μην έχουμε μπερδέματα) συμπέθερο να είχα, τόση πώρωση για την online αγροτική ζωή δεν θα την είχα υποστεί. Να τα φυτέματα για φράουλες, να τα οργώματα, να το κορφολόγημα να και οι πωλήσεις στη λαική (χωρίς Βουγιουκλάκη από τις ένδοξες εκείνες εποχές). Από τη μία να περνάνε μπροστά μου κότες, χήνες, άλογα και μαύρα πρόβατα και από την άλλη neighbors που ούτε που θα το φανταζόμουνα ποτέ ότι θα τους συναντούσα εκεί. Δεν θα πω ονόματα, δεν θα θίξω οικογένειες, αλλά πραγματικά αυτό που γίνεται είναι απερίγραπτο. Προφανώς κόλλησα και εγώ να σπέρνω και να θερίζω (εκτός από τους ανέμους και τις θυέλλες που τα είχα συνηθίσει) και ότι δεν κατάφερε το Mafia Wars (μην κάνετε πως δεν το ξέρετε) το κατέφερε το μικρό σπίτι στο λιβάδι.

Και να μαστε πάλι να χαζεύουμε στο FB και αστεία – αστεία να παρατηρούμε ότι η κινητικότητα που διαθέτει αυτή τη στιγμή το most famous SNS δεν τη διέθετε ποτέ. Και είναι πέρα ως πέρα αλήθεια. Γέροι νέοι και παιδιά, από εκεί που πέρναγαν μία φορά στο τόσο και «ψάρευαν» φίλους, θα δώσουν το παρόν τουλάχιστον μία φορά την ημέρα για να κουρέψουν τις φάρμες του και επί τη ευκαιρία όλο και κάποιο post θα κάνουν. Μικρό, μεγάλο, καλό κακό ή αδιάφορο κάτι θα έχουν να πουν. Και όλο και κάποιος θα βρεθεί να τους απαντήσει. Συνέχεια →

Σεπτεμβρίου 9, 2009

Land Ho!!

Δεν ξέρω τι λένε όσοι έχουν χτυπημένο τατουάζ με τη ρήση «προορισμός είναι το ταξίδι» αλλά για όσους έχουν σεργιανίσει στα ελληνικά νησιά τη δεκαετία του 80, οι αναμνήσεις από τα καταγάλανα νερά και τον επίσης καταγάλανο ουρανό είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη περιλαμβάνει το «Κίμωλος» στις δόξες του να μπερδεύει τις άγκυρές του έξω από τον Πειραιά και να αναβάλει επ’ αόριστο τον απόπλου του, καταστρώματα που είχαν ξεχάσει προ πολλού τη μυρωδιά του απορρυπαντικού, καφέδες «καραβίσιους» που μόνο ένας βαθύς γνώστης του χιούμορ ή ένας περιστρεφόμενος δερβίσης μπορεί να αντιμετωπίσει με χαμόγελο, μία βαθιά πίστη πως «όλα κάποτε περνάνε» και το αιώνια αναπάντητο ερώτημα «γιατί άραγε πρέπει να περάσουν από πάνω μας;». Για άγονες γραμμές, Φολέγανδρους και Κουφονήσια θεωρώ αστειότητα ακόμα και να το να ξεκινήσω την κουβέντα. Για το τι συνέβαινε στην περήφανη χώρα πριν το 80 δεν το γνωρίζω, αλλά έχω κάθε λόγο να πιστεύω πως με την ίδια λογική και τη ρομαντική διάθεση που το κουτσομπολιό της «γειτονίας» βαφτίστηκε αρκετά χρόνια μετά «ενδιαφέρον» και «κοινωνικότητα», κάποιες σκούνες που είχαν ξεμείνει από τη Μπουμπουλίνα βαφτίστηκαν «κρουαζιερόπλοια» και το κέφι θα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία για τον ανύποπτο ταξιδιώτη. Υποθέτω όμως ότι τουλάχιστον στα χρόνια εκείνα δεν θα υπήρχαν οι ρακέτες και αυτό από μόνο του θα αρκούσε για την ψυχική γαλήνη των λουόμενων– αλλά αυτό είναι μία άλλη κουβέντα. Συνέχεια →

Αυγούστου 31, 2009

The Closer

Αυτή τη φορά το παράκανα. 2 μήνες. 2 ολόκληρους μήνες έκανα να εμφανιστώ… Όχι πως είμαι ο μόνος. Πολλοί από τους φίλους και γνωστούς που ξεκίνησαν πριν 2 και 3 χρόνια να γράφουν δημοσίως, εμφανίζονται πλέον αραιά και που και προτιμούν τις σπέσιαλ εμφανίσεις στο Twitter και στο FB – αλλά το τι κάνουν οι άλλοι ουδέποτε αποτέλεσε σοβαρή δικαιολογία και δεν θα αποτελέσει και τώρα. Δεν είναι ώρα για απολογίες όμως. Κάτι οι ξάπλες στις παραλίες κάτι μερικά μοχίτο (ότι βρίσκαμε πίναμε) κάτι αυτό κάτι εκείνο, κάτι που το Akrothigws εξακολουθεί να ζει και κάτι που το Deasy είναι Live και κάπως πρέπει να ζήσει, κάτι που το We Go Web είναι επίσης live και κάτι που οι μεταγραφές έχουν ξεκινήσει για τα καλά, τον Uroborus αρχίζει και τον τρώει η ουρά του…

Ας δούμε ομως πρώτα τι γίνεται μ αυτά που δεν λένε να τελειώσουν και εμείς εδώ είμαστε (ελπίζ ω)….

Για τους αναγνώστες της στήλης που έχουν προσλαμβάνουσες από τη rock σκηνή του Manchester, ο τίτλος θα ξυπνήσει μνήμες Joy Division. Θεωρώ το συγκεκριμένο άλμπουμ ένα από τα καλύτερα που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ και ευχαρίστως θα αφιέρωνα ένα Akrothigws στη φυσιογνωμία του Ian Curtis και άλλο ένα στις ασυναρτησίες που έχουν γραφτεί κατά καιρούς για αυτόν. Αλλά το έναυσμα για το παρόν είναι κάτι που απέχει πολύ από τη μελαγχολική ατμόσφαιρα των πλήκτρων του Bernard Sumner. Αφορά τη μελαγχολία που δημιουργούν τα μισοτελειωμένα projects που κοσμούν το ελληνικό internet.

Ο φίλος και αναγνώστης της στήλης Μ. Σ. στάθηκε ακόμα πιο καυστικός, ζητώντας επιτακτικά να πω κάτι για τα «ρημάδια τα sites που κανένας δεν φροντίζει να ολοκληρωθούν». Διαβάζοντας το μισό mail ειλικρινά δεν κατάλαβα απόλυτα το πρόβλημα του. Σε σημείο που έτοιμος ήμουν να απαντήσω «και τι σας κόφτει εσάς κύριέ μου;» και να συνεχίσω την ανάγνωση (για 3η φορά) των «Δουβλινέζων» του Τζέημς Τζόυς. Σπανίως όμως αφήνω στη μέση ένα email – εκτός αν αφορά δελτίο τύπου που ξεκινά με τη λέξη portal. Ευτυχώς, γιατί η συνέχεια ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα καθώς το Μιχάλη ουδόλως τον απασχολούσε το γενικότερο image της ελληνικής αγοράς, αλλά αντιθέτως επισήμανε το πρόβλημα αντίληψης που υπάρχει και τους κινδύνους που εγκυμονεί. Διαβάζοντας λοιπόν πως «όταν αφήνεις κάτι μισοτελειωμένο, δεν φταίει αυτό αν δεν αποδώσει και κυρίως δεν θα μάθεις ποτέ γιατί δεν απέδωσε» δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Συνέχεια →